Ο κυτταρομεγαλοϊός (cytomegalovirus-CMV) είναι ένας κοινός ιός, ο οποίος υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν δημιουργεί πρόβλημα στους ενήλικες και στα παιδιά. Τις περισσότερες φορές, οι φορείς είναι ασυμπτωματικοί ενώ σε περίπτωση λοίμωξης, τα συμπτώματα μοιάζουν με αυτά της γρίππης.
Οι φυσικοί φορείς του ιού είναι τα μικρά παιδιά. Περίπου το 1/3 των παιδιών φέρουν στις απεκκρίσεις τους (σάλιο, δάκρυα, ούρα) τον ιό.
Εάν η μητέρα έχει έρθει σε επαφή με τον ιό στο παρελθόν (εκτός εγκυμοσύνης), τότε έχει αναπτύξει αντισώματα εναντίον του κυτταρομεγαλοϊού (κάτι που εύκολα φαίνεται από τις αιματολογικές εξετάσεις, ανίχνευση IGG-IGM αντισωμάτων) και άρα το έμβρυο προστατεύεται από μια νέα λοίμωξη.
Σε περίπτωση όμως πρωτολοίμωξης, δηλαδή πρώτη φορά λοίμωξης της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τότε η μητέρα δεν προλαβαίνει να παράξει αντισώματα αποτελεσματικά και ενδέχεται σε μικρό ποσοστό ο ιός να περάσει στο έμβρυο με συνέπειες σε αυτό (εγκεφαλικές ανωμαλίες, κώφωση, διανοητική καθυστέρηση).
Δυστυχώς οι θεραπείες που υπάρχουν σε περίπτωση λοίμωξης είναι αμφιλεγόμενες (αντιικά φάρμακα, ανοσοσφαιρίνες) και μάλλον αναποτελεσματικές, οπότε το μεγαλύτερο βάρος πρέπει να δοθεί στην πρόληψη, που είναι βεβαίως οι κανόνες υγιεινής.
Ο προγεννητικός έλεγχος είναι δυνατός και εξατομικεύεται ανά περίπτωση. Σε περίπτωση πρωτολοίμωξης της μητέρας στην αρχή της εγκυμοσύνης, μπορεί να γίνει αμνιοπαρακέντηση μετά τις 20 εβδομάδες κύησης ώστε να εξεταστεί στο αμνιακό υγρό εάν ο ιός έχει περάσει στο μωρό.
Στη συνέχεια με υπερηχογραφική παρακολούθηση, ελέγχουμε ενδεχόμενες βλάβες που μπορούν να εμφανιστούν σε διάφορα όργανα του μωρού.
Η πιο καλή θεραπεία είναι η πρόληψη!
Πιο συγκεκριμένα η μέλλουσα μητέρα που δεν έχει αντισώματα θα πρέπει να προσέχει τα εξής:
Γενικά δηλαδή δεν θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με τις εκκρίσεις ενός παιδιού (σάλιο, δάκρυα, ούρα).
Οι ίδιοι κανόνες υγιεινής θα πρέπει να τηρούνται και από τον σύζυγο.