Τα ινομυώματα είναι από τις πιο συχνές καλοήθεις παθήσεις τη μήτρας.
12 με 25% των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία έχουν κάποιο ινομύωμα, είτε αυτό παρουσιάζει συμπτώματα, είτε όχι.
Χονδρικά πρόκειται για σφαιρικά μορφώματα μυικού και ινώδους ιστού στο εσωτερικό της μήτρας. Το μέγεθος, ο ρυθμός ανάπτυξης και ο αριθμός τους ποικίλλουν από γυναίκα σε γυναίκα και είναι απρόβλεπτα.
Ο συσχετισμός τους με τις γυναικείες ορμόνες και πιο συγκεκριμένα με τα οιστρογόνα είναι σαφής ενώ η χρήση αντισυλληπτικών ή η θεραπεία υποκατάστασης μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία και την αύξηση του μεγέθους.
Ακόμα και στην εφηβική ηλικία μπορούν να εμφανιστούν, αν και σπάνιο, ενώ τις περισσότερες φορές, μειώνονται σε μέγεθος μετά την εμμηνόπαυση λόγω της παύσης των ορμονών, αλλά δεν εξαφανίζονται.
Παράγοντες κινδύνου αποτελούν, η μαύρη φυλή ( 2-3 φορές μεγαλύτερη συχνότητα), η κληρονομικότητα, η πρόωρη εμμηναρχή, δηλαδή η ηλικία στην οποία ξεκινάει η περίοδος (<10 χρονών), ο αριθμός των κυήσεων (όσο περισσότερες τόσο μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης ινομυώματος), η μεγάλη κατανάλωση κόκκινου κρέατος και αλκοόλ, η υψηλή αρτηριακή πίεση.
Αναλόγως το μέγεθος και τη θέση τους στη μήτρα, τα ινομυώματα μπορούν να προκαλέσουν τα παρακάτω συμπτώματα:
Τα ινομυώματα μήτρας μπορούν να συνδυάζουν διάφορα συμπτώματα από τα παραπάνω ανάλογα το μέγεθος, τον αριθμό ή/και τη θέση στην οποία βρίσκονται.
Η θεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα την ηλικία της γυναίκας, την συμπτωματολογία την οποία παρουσιάζει και την επιθυμία της για μια εγκυμοσύνη αν βρίσκεται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Σε κάποιες περιπτώσεις, τα ινομυώματα μπορούν να μεγαλώσουν πάρα πολύ σε σημείο να παραμορφώσουν τη μήτρα, ακόμα και να αυξήσουν το βάρος κατά μερικά κιλά. Έτσι η μήτρα παίρνει τόσο μεγάλες διαστάσεις που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της κοιλιάς σε σημείο να είναι ψηλαφητή και να προκαλεί αίσθηση πληρότητας, δυσφορίας μέχρι και αναπνευστικής δυσκολίας στη γυναίκα.
Συνήθως κάτι τέτοιο συμβαίνει σε γυναίκες που δεν έχουν τακτική γυναικολογική παρακολούθηση κι έτσι τα ινομυώματα μεγαλώνουν αθόρυβα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε γενικές γραμμές κάτι τέτοιο δεν είναι απειλητικό για τη ζωή της γυναίκας αλλά δυσχεραίνει τη θεραπεία αφού σε αυτές τις περιπτώσεις η διατήρηση της μήτρας δεν είναι εφικτή συνήθως . Επιπλέον η χειρουργική αποκατάσταση δεν μπορεί να γίνει με τη λαπαροσκοπική μέθοδο τις περισσότερες φορές και χρειάζεται να γίνει εγκάρσια τομή σαν την καισαρική ή ακόμα και κάθετη.
Η σχέση των ινομυωμάτων με την εγκυμοσύνη είναι στενά συνδεδεμένη. Ένα ινομύωμα δεν αποκλείει μια αυτόματη εγκυμοσύνη αλλά μπορεί να επηρεάσει την έκβασή της.
Το πιο σημαντικό είναι η θέση του ινομυώματος και όχι το μέγεθος σε σχέση με την κύηση. Έτσι ινομυώματα που δεν επηρεάζουν την ενδομητρική κοιλότητα δηλαδή δεν την παραμορφώνουν δεν χρειάζονται απαραίτητα να αφαιρεθούν αφού η κύηση μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πρόβλημα. Αντιθέτως ινομυώματα που βρίσκονται μέσα ή πολύ κοντά στην ενδομητρική κοιλότητα πρέπει να αφαιρούνται γιατί εμποδίζουν την εμφύτευση του εμβρύου.
Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της εξωσωματικής γονιμοποίησης αν και κάποιες μελέτες συστήνουν την αφαίρεση των ινομυωμάτων μεγαλύτερων των 4 εκατοστών πριν την έναρξη των προσπαθειών ανεξαρτήτως θέσεως.
Όσον αφορά την εξέλιξη μιας εγκυμοσύνης με ινομυωματώδη μήτρα σε γενικές γραμμές δεν υπάρχει πρόβλημα και ο τοκετός εξελίσσεται κανονικά.
Σε κάποιες περιπτώσεις όμως το μέγεθος και ο αριθμός των ινομυωμάτων μπορούν να προκαλέσουν συσπάσεις ή και πόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επιπλέον κατά τη διάρκεια του τοκετού οι συσπάσεις μπορεί να μην είναι καλά συντονισμένες ή η θέση και το μέγεθος των ινομυωμάτων να εμποδίζουν το φυσιολογικό τοκετό με συνέπεια να χρειαστεί να γίνει καισαρική.
Κάτι που πρέπει επίσης να έχει υπ’όψιν η γυναίκα είναι ότι τις περισσότερες φορές μετά από μια αφαίρεση ινομυώματος ο τρόπος τοκετού είναι συνήθως η καισαρική τομή καθώς το σημείο επούλωσης της μήτρας μετά την αφαίρεση του ινομυώματος είναι ευαίσθητο στις συσπάσεις σε περίπτωση ωδινών και υπάρχει κίνδυνος ρήξης της μήτρας, κάτι που είναι επικίνδυνο για τη ζωή του μωρού αλλά και της ίδιας της γυναίκας.
Η απόφαση για την αφαίρεση ή όχι ενός ινομυώματος πριν την έναρξη μιας εγκυμοσύνης είναι μια απόφαση που θα πρέπει να λαμβάνεται με τη σύμφωνη γνώμη του γυναικολόγου καθώς οι παράμετροι είναι πολλές και οι συνέπειες σημαντικές για την έκβαση της κύησης.
Τα ινομυώματα μετά την εμμηνόπαυση λόγω της παύσης των ορμονών συρρικνώνονται σε μέγεθος αλλά δεν εξαφανίζονται. Γενικά δεν επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή της γυναίκας εκτός αν λόγω μεγέθους προκαλούν πιεστικά φαινόμενα, π.χ. στην ουροδόχο κύστη κάτι που μπορεί να εκδηλωθεί με συχνοουρία.
Σε περίπτωση που το μέγεθος τους αυξάνει, κάτι σπάνιο μετά την εμμηνόπαυση, τότε θα χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση και αφαίρεση καθώς η πιθανότητα κακοήθειας είναι αυξημένη.
Κατά συνέπεια, η θεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα με τη συμπτωματολογία αλλά και την ηλικία της ασθενούς και μπορεί να είναι συντηρητική ή χειρουργική.
Με τη συντηρητική, προσπαθούμε να ανακουφίσουμε με φαρμακευτική αγωγή τα συμπτώματα ενώ με τη χειρουργική αντιμετώπιση, η θεραπεία είναι ριζική και μόνιμη, αφού αφαιρούμε την αιτία που προκαλεί το πρόβλημα, δηλαδή το ινομύωμα.
Στη χειρουργική αντιμετώπιση ή αφαιρούμε επιλεκτικά τα διάφορα ινομυώματα ή αφαιρούμε ολόκληρη τη μήτρα, αν αυτά είναι πολύ μεγάλα σε μέγεθος και πολλά σε αριθμό.
Η χειρουργική αφαίρεση γίνεται κυρίως όταν η αιμορραγία είναι σημαντική κι επικίνδυνη για τη γυναίκα και όταν τα ινομυώματα εμποδίζουν την επίτευξη μιας εγκυμοσύνης.
Σε γενικές γραμμές προτείνουμε την ινομυωματεκτομή (αφαίρεση ινομυώματος) σε γυναίκες μικρότερης ηλικίας και γυναίκες που δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει τον οικογενειακό τους προγραμματισμό ενώ σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας ( μετά την εμμηνόπαυση) ή γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει τον οικογενειακό τους προγραμματισμό, προτείνουμε την ολική αφαίρεση της μήτρας.
Η αφαίρεση μπορεί να γίνει είτε με ανοικτό χειρουργείο (λαπαροτομή), είτε λαπαροσκοπικά, είτε υστεροσκοπικά ανάλογα τη θέση και το μέγεθος του ινομυώματος.
Πλέον όμως, οι περισσότερες επεμβάσεις γίνονται με τη μέθοδο της λαπαροσκόπησης με ασφάλεια από εξειδικευμένους γυναικολόγους συνδυάζοντας γρήγορη ανάρρωση και άριστο αισθητικό αποτέλεσμα.
Η λαπαροσκοπική μέθοδος αφαίρεσης ινομυωμάτων είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική χειρουργική επέμβαση όταν διενεργείται από εξειδικευμένους σε αυτήν την τεχνική γυναικολόγους.
Συνδυάζει ταχύτατη ανάρρωση με άριστα αισθητικά αποτελέσματα.
Δεν υπάρχει επίσημα κάποιο όριο μεγέθους σε εκατοστά αφαίρεσης ινομυώματος με τη λαπαροσκόπηση αν και μετά τα 10-12 εκατοστά συνήθως προτιμάται η ανοικτή μέθοδος για λόγους ταχύτητας και λιγότερης ίσως απώλειας αίματος κατά τη διάρκεια του χειρουργείου.
Ο τρόπος συρραφής της λαπαροσκοπικής τεχνικής δεν υστερεί σε τίποτα σε σχέση με την ανοικτή μέθοδο κάτι που έχει αποδειχτεί σε πλήθος μελετών.
Όσον αφορά τον τεμαχισμό του ινομυώματος κατά την αφαίρεσή του από την κοιλιά της γυναίκας, πλέον αυτή η διαδικασία γίνεται με ειδικά εργαλεία μέσα σε ειδικά διαμορφωμένους σάκους αποφεύγοντας έτσι κάθε πιθανότητα διασποράς ενδεχόμενων καρκινικών κυττάρων στην μικρή πιθανότητα το ινομύωμα να έχει εξαλλαχθεί σε κακοήθεια (σάρκωμα).
Τις περισσότερες φορές οι ασθενείς μένουν στο νοσοκομείο μία μόνο νύχτα και η επάνοδος στην κανονική ζωή γίνεται μετά από 24-48 ώρες.
Σε περίπτωση πλάνου εγκυμοσύνης, ο θεράπων γυναικολόγος θα δώσει το χρονικό διάστημα από το οποίο και μετά μπορεί το ζευγάρι να αρχίσει τις προσπάθειες.
Τα ινομυώματα μετά την εμμηνόπαυση λόγω της παύσης των ορμονών συρρικνώνονται σε μέγεθος αλλά δεν εξαφανίζονται. Γενικά δεν επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή της γυναίκας εκτός αν λόγω μεγέθους προκαλούν πιεστικά φαινόμενα, π.χ. στην ουροδόχο κύστη κάτι που μπορεί να εκδηλωθεί με συχνοουρία.
Σε περίπτωση που το μέγεθος τους αυξάνει, κάτι σπάνιο μετά την εμμηνόπαυση, τότε θα χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση και αφαίρεση καθώς η πιθανότητα κακοήθειας είναι αυξημένη.
Σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία επίσης τα ινομυώματα δεν εξαφανίζονται αλλά αντιθέτως το μέγεθος και ο αριθμός τους μπορούν να αυξηθούν. Υπάρχει όμως δυνατότητα με φαρμακευτική θεραπεία, το μέγεθος αυτών να μικρύνει αν η χειρουργική αντιμετώπιση δεν είναι επιλογή.