Οι κύστεις ωοθηκών είναι πολύ κοινό εύρημα στις γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία και όχι μόνο.
Το μέγεθός τους μπορεί να κυμαίνεται από μερικά χιλιοστά μέχρι και να ξεπερνάει τα 10 εκατοστά.
Τις περισσότερες φορές πρόκειται για ωοθυλάκια (τα οποία έχουν μεγαλώσει σε μέγεθος) και δίνουν την εντύπωση κύστης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο επανέλεγχος μετά την επόμενη περίοδο (μέχρι και τρεις μήνες μετά), θα μας δώσει την απάντηση, αφού τα ωοθυλάκια απορροφώνται (λειτουργικές κύστεις) ενώ οι πραγματικές κύστεις επιμένουν. Τότε μιλάμε για οργανικές κύστεις.
Στη συντριπτική πλειοψηφία τους, αυτές οι κύστεις είναι καλοήθεις. Η αιτιολογία τους ποικίλει και μπορεί να είναι ορώδεις, βλεννώδεις, ενδομητριωσικές, δερμοειδείς, αιμορραγικές, παραωοθηκικές κ.α.
Τις περισσότερες φορές, η διάγνωση είναι τυχαία, μετά από έναν υπερηχογραφικό έλεγχο ρουτίνας ή για κάποια άλλη παθολογία.
Εάν πρόκειται για κύστη μεγάλου μεγέθους (μεγαλύτερου από 4-5 εκατοστα), η ασθενής μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα χρονίου πόνου (πιεστικά φαινόμενα) ή και αίσθημα πληρώσεως της κοιλιακής χώρας, ή οξέως πόνου (ρήξη, συστροφή).
Η εξαλλαγή αυτών (δηλαδή η πιθανότητα να εξελιχθούν σε κακοήθεια) είναι σπάνια και αυξάνεται με την ηλικία και το οικογενειακό ιστορικό.
Δυστυχώς ο καρκίνος των ωοθηκών είναι μια ασθένεια, της οποίας η πρόληψη με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα είναι αδύνατη και η οποία δίνει συμπτώματα αρκετά αργά, όταν η ασθένεια έχει φτάσει σε προχωρημένο στάδιο.
Ο γυναικολόγος ανάλογα με τα υπερηχογραφικά ευρήματα θα κατευθύνει την ασθενή και ενδεχομένως να ζητήσει κάποιες συμπληρωματικές εξετάσεις, αίματος (καρκινικοί δείκτες), ή και ακτινολογικές (μαγνητική τομογραφία).
Έτσι, μετά από αυτόν τον έλεγχο, θα συστηθεί στη γυναίκα είτε τακτική παρακολούθηση, είτε χειρουργική αφαίρεση της κύστης ή ακόμα και η αφαίρεση ολόκληρης της ωοθήκης.
Σε περίπτωση χειρουργείου, η λαπαροσκοπική οδός είναι η πρώτη επιλογή αν πληρούνται βέβαια οι κατάλληλες προϋποθέσεις γι’αυτήν την τεχνική.
Η κύστη αφαιρείται εξ’ολοκλήρου και η υπόλοιπη ωοθήκη παραμένει στη θέση της και συνεχίζει τη λειτουργία της, δηλαδή να παράγει ωάρια και οιστρογόνα.
Σε γυναίκες σε εμηνόπαυση, στις οποίες οι ωοθήκες δεν είναι πλέον λειτουργικές, συνήθως προτείνουμε την αφαίρεση και των δύο ωοθηκών και των σαλπίγγων προληπτικά, κάτι που γίνεται επίσης με τη λαπαροσκόπηση. Η αφαίρεση των ωοθηκών μετά την εμμηνόπαυση δεν έχει κανέναν απολύτως αντίκτυπο στην μετέπειτα ζωή των γυναικών. Αντιθέτως προστατεύει τις γυναίκες από έναν μελλοντικό καρκίνο των ωοθηκών και των σαλπίγγων.
Συνήθως σε αυτές τις επεμβάσεις, η νοσηλεία είναι μόνο μια ημέρα και η ασθενής αναρρώνει εντός 24-48 ωρών με άριστα αισθητικά αποτελέσματα.
Το μέγεθος των κύστεων ποικίλλει και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όσο μεγαλώνει η κύστη, ότι είναι επικίνδυνη. Σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία ωστόσο, όσο μεγαλώνει μια κύστη τόσο υπάρχει πιθανότητα να έχει επιπτώσεις στη λειτουργία της αντίστοιχης ωοθήκης. Αυτό σημαίνει ότι σε βάθος χρόνου η ωοθήκη με την κύστη μπορεί να καταστραφεί, να μην είναι λειτουργική, δηλαδή να μην παράγει ωάρια. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μέγεθος σε εκατοστά πάνω από το οποίο η ωοθήκη δεν λειτουργεί, αυτό διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα.
Σε μεγαλύτερες γυναίκες σε ηλικία, η πιθανότητα για μια κακοήθεια αυξάνει με το μέγεθος και κυρίως όταν ξεπερνάει τα 10 εκατοστα ή/και όταν η κύστη συνδυάζει εσωτερικά συμπαγή στοιχεία, όπως λέμε στην ιατρική ορολογία.
Σε κάθε περίπτωση η αντιμετώπιση εξατομικεύεται και προσαρμόζεται ανάλογα την ηλικία της γυναίκας, το μέγεθος και τα ακτινολογικά ευρήματα της κύστης.