Η υστεροσκόπηση είναι μια ελάχιστα επεμβατική ενδοσκοπική μέθοδος με την οποία μπορούμε να εξετάσουμε το εσωτερικό της μήτρας.
Πρόκειται για μια ειδικά διαμορφωμένη κάμερα, στο μέγεθος περίπου ενός μολυβιού, που εισάγεται ενδοκολπικά δια μέσου του τραχήλου της μήτρας.
Γίνεται υπό γενική αναισθησία (ή μέθη), αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει και χωρίς.
Με αυτή τη μέθοδο μπορούμε να δούμε κυριολεκτικά όλη την ενδομητρική κοιλότητα και να επέμβουμε επιλεκτικά εάν χρειαστεί, γι’αυτό και πλεονεκτεί σε σχέση με την κλασσική απόξεση της μήτρας, η οποία είναι μια “τυφλή” τεχνική.
Η υστεροσκόπηση μπορεί απλά να είναι διαγνωστική, αποκλείοντας έτσι μια υποψία παθολογίας ή επεμβατική, θεραπεύοντας δηλαδή μια βλάβη.
Οι επεμβάσεις οι οποίες μπορούν να γίνουν με αυτόν τον τρόπο είναι η αφαίρεση πολύποδα, ινομυώματος, η λύση συμφύσεων και διαφράγματος μήτρας, η αφαίρεση υπολειμμάτων τροφοβλάστης.
Όπως προαναφέραμε, με την υστεροσκόπηση μπορούμε να επέμβουμε επιλεκτικά στα παθολογικά σημεία της μήτρας, έχοντας πάντα οπτική επαφή, ελαττώνοντας στο ελάχιστο τις βλάβες στους παρακείμενους υγιείς ιστούς.
O πολύποδες της μήτρας είναι από τις πιο κοινές καλοήθεις παθήσεις της μήτρας.
Πρόκειται για ένα είδος τοπικής υπερτροφίας του εσωτερικού στρώματος της μήτρας, που λέγεται ενδομήτριο.
Μπορούν να εμφανιστούν σε οποιαδήποτε ηλικία είτε με κύριο σύμπτωμα την ανώδυνη κολπική αιμορραγία, είτε είναι εντελώς ασυμπτωματικοί. Η συχνότητά τους στο γυναικείο πληθυσμό κυμαίνεται από 6 έως και 12%.
Παράγοντες οι οποίοι προδιαθέτουν στην εμφάνιση τους είναι
Η διάγνωση πλέον με το διακολπικό υπερηχογράφημα έχει απλουστευθεί, αφού πρόκειται για μια κοινή και ανώδυνη εξέταση που πραγματοποιείται συστηματικά στο ιατρείο.
Σε περίπτωση υποψίας στον υπερηχογραφικό έλεγχο, το επόμενο στάδιο είναι η υστεροσκόπηση, η οποία θα λύσει κάθε αμφιβολία και ταυτόχρονα θα αφαιρεθεί ο πολύποδας.
Σε γενικές γραμμές, συνιστάται από το γυναικολόγο η αφαίρεση αυτών με την υστεροσκοπική μέθοδο, αφού οι πολύποδες είναι μία από τις αιτίες υπογονιμότητας, ενώ επίσης ένα μικρό ποσοστό αυτών μπορεί να εξελιχθεί σε κακοήθεια (Γύρω στο 95% των ενδομήτριων πολυπόδων είναι καλοήθεις).