Οι σύγχρονες γυναίκες διαλέγουν να χρησιμοποιήσουν την αντισύλληψη για διάφορους λόγους, όπως:
Εκτιμάται παγκοσμίως ότι το 63% των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία (77% στις ΗΠΑ) που βρίσκεται σε σχέση, χρησιμοποιεί κάποια μορφή αντισύλληψης. Παρ’όλα αυτά, το ποσοστό ανεπιθύμητων εγκυμοσυνών παραμένει υψηλό, με σημαντικό αντίκτυπο στη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών. Υπολογίζεται αυτό το ποσοστό στις ΗΠΑ στο 5%, κάτι που μεταφράζεται σε 3,2 εκατομμύρια ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες το χρόνο.
Καμία μέθοδος αντισύλληψης δεν είναι τέλεια, η κάθε μία έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, τις ιατρικές ενδείξεις και αντενδείξεις της και θα πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της γυναίκας από τον θεράποντα γυναικολόγο.
‘Ετσι, απαριθμώντας τις διάφορες μεθόδους αντισύλληψης διακρίνουμε:
Η αποτελεσματικότητα της κάθε μεθόδου αποτιμάται παγκοσμίως με τη χρήση του δείκτη Pearl, o οποίος ορίζεται ως ο αριθμός των ανεπιθύμητων εγκυμοσυνών ανά 100 γυναίκες ανά χρόνο ( ή αλλιώς ο αριθμός των κυήσεων σε 1200 μήνες χρήσης της αντισυλληπτικής μεθόδου).
Κατά συνέπεια, όσο πιο μικρός είναι αυτός ο αριθμός, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η μέθοδος αντισύλληψης.
Κατά φθίνουσα αποτελεσματικότητα λοιπόν, βάσει αυτού του δείκτη διακρίνουμε:
Οι ορμονικές μέθοδοι αντισύλληψης, παρέχουν και άλλα οφέλη στη γυναίκα.
Πιο συγκεκριμένα, το αντισυλληπτικό χάπι
Η ορμονική αντισύλληψη, εκτός από την πιο γνωστή και διαδεδομένη μορφή της, που είναι το χάπι, μπορεί να χορηγηθεί και με τριμηνιαία ενέσιμη μορφή, με τη μορφή υποδόριου ενθέματος, διάρκειας τριών χρόνων, με τη μορφή μηνιαίου ενδοκολπικού δακτυλίου, δερματικού επιθέματος (πάτς) ή ακόμα και ενδομητρίου σπειράματος.
Η τοποθέτηση ενός ενδομητρικού σπειράματος (σπιράλ), μπορεί να γίνει στο ιατρείο χωρίς αναισθησία ή στο νοσοκομείο με μέθη (μικρής διάρκειας νάρκωση). Συνήθως προτιμάται σε γυναίκες που έχουν ήδη τεκνοποιήσει, ενώ η διάρκεια αποτελεσματικότητας είναι 3-5 χρόνια ανάλογα το είδος.
Ακόμα, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος χρήσης, η γονιμότητα επανέρχεται στα φυσιολογικά για την ηλικία επίπεδα μετά τη διακοπή της αντισύλληψης όταν το αποφασίσει η γυναίκα.
Κάτι που θα πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι, αυτές οι μορφές αντισύλληψης δεν παρέχουν προστασία για οποιαδήποτε σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο με το προφυλακτικό.
Όσον αφορά τις αντενδείξεις, αυτές θα πρέπει να αναγνωρίζονται από τον θεράποντα γυναικολόγο και να προσαρμόζεται αναλόγως η κατάλληλη μορφή αντισὐλληψης. Σε γενικές γραμμές, η ορμονική αντισύλληψη αντενδείκνυται σε ιστορικό καρκίνου του μαστού, σε γνωστές θρομβοφιλίες, σε ιστορικό θρόμβωσης, κ.α., ενώ οι μη ορμονικές μέθοδοι αντενδείκνυνται (π.χ. σπιράλ), σε ανατομικές ανωμαλίες του γεννητικού συστήματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, οπότε προσαρμόζεται και η καταλληλότερη.
Σε ποια ηλικία όμως μια γυναίκα μπορεί ασφαλώς να σταματήσει να χρησιμοποιεί την αντισύλληψή της;
Ο μέσος όρος ηλικίας της εμμηνόπαυσης είναι τα 51 χρόνια. Εάν η γυναίκα χρησιμοποιεί ορμονική αντισύλληψη, τότε μια καλή προσέγγιση είναι να αλλάξει σε μια άλλη μορφή μη ορμονικής αντισύλληψης και να τη συνεχίσει μέχρι και έναν χρόνο μετά το τέλος της τελευταίας περιόδου. Εάν ήδη χρησιμοποιεί μη ορμονική αντισύλληψη και είναι μεγαλύτερη από 50 χρονών, τότε την διατηρεί μέχρι και έναν χρόνο μετά το τέλος της τελευταίας περιόδου. Σε ηλικία κάτω των 50 όμως, θα πρέπει να τη διατηρήσει για δύο χρόνια μετά την τελευταία περίοδο.