H εξωμήτριος κύηση ορίζεται ως η κύηση που εμφυτεύεται και εξελίσσεται σε κάποια άλλη θέση εκτός από τη φυσιολογική, δηλαδή την ενδομητρική κοιλότητα.
Περίπου 20 στις 1000 διαγνωσμένες εγκυμοσύνες είναι εξωμήτριος.
H συντριπτική πλειοψηφία των έκτοπων κυήσεων εντοπίζεται στις σάλπιγγες, 95-96%, ενώ το υπόλοιπο 5-6% εντοπίζεται σε άλλες θέσεις, όπως οι ωοθήκες, ο τράχηλος, η ουλή προηγούμενης καισαρικής τομής ή ακόμα και η περιτοναϊκή κοιλότητα.
Παράγοντες κινδύνου που προδιαθέτουν σε έκτοπη κύηση είναι το ιστορικό προηγούμενης εξωμητρίου, το ιστορικό προηγούμενης φλεγμονής στην πύελο, το κάπνισμα, οι τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, η μεγαλύτερη ηλικία, οι συχνές κολπικές πλύσεις.
Μια ιδιαίτερη και σπάνια περίπτωση είναι η λεγόμενη ετεροτοπική κύηση, δηλαδή η ταυτόχρονη διπλή, εξωμήτριος και ενδομήτριος κύηση, της οποίας η συχνότητα υπολογίζεται 1 στις 30.000 κυήσεις. Τα τελευταία χρόνια όμως αυτό το ποσοστό έχει αυξηθεί λόγω των τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (1/4000).
Η εξωμήτριος κύηση είναι μια εν δυνάμει επικίνδυνη παθολογία για τη ζωή της γυναίκας, σε περίπτωση μη έγκαιρης διάγνωσης. Ο κίνδυνος είναι η ρήξη και η ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία. Γι’αυτό και σε περίπτωση θετικού τεστ κυήσεως η επίσκεψη στο γυναικολόγο είναι απαραίτητη νωρίς, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μη φυσιολογικής εμφύτευσης. Ένα διακολπικό υπερηχογράφημα αρκεί για να θέσει τη διάγνωση της εξωμητρίου κυήσεως.
Το κύριο σύμπτωμα είναι ο κοιλιακός πόνος, μερικές φορές συνοδευόμενος με κολπική αιμορραγία.
Η θεραπεία ως επί το πλείστον είναι χειρουργική και πλέον σχεδόν πάντα γίνεται λαπαροσκοπικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις είτε γίνεται σαλπιγγεκτομή (αφαίρεση της σάλπιγγας), είτε σαλπιγγοτομή (αφαίρεση της κύησης με διατήρηση της σάλπιγγας), κάτι το οποίο όμως εξαρτάται από τις εκάστοτε συνθήκες.
Σε ειδικές περιπτώσεις, υπάρχει και η δυνατότητα συντηρητικής, φαρμακευτικής αντιμετώπισης, με ενδοφλέβια ή ενδομυική έγχυση μεθοτρεξάτης.
Οι γυναίκες οι οποίες έχουν ιστορικό εξωμητρίου κύησης, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά ή χειρουργικά, εμφανίζουν μέχρι και 15% πιθανότητα στο μέλλον να ξανακάνουν έκτοπη κύηση.
Η μέτρηση στο αίμα της β χοριακής γοναδοτροπίνης, είναι η ορμόνη που χρησιμοποιείται για την διάγνωση και την παρακολούθηση μιας εγκυμοσύνης.
Είναι η ορμόνη που παράγεται κατά τη διάρκεια της κύησης και οι τιμές της αυξάνονται καθημερινά από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου. Από εκεί κι έπειτα οι τιμές σταθεροποιούνται μέχρι τον τοκετό.
Στην αρχή της εγκυμοσύνης, η παρακολούθηση γίνεται με τη μέτρηση της χοριακής στο αίμα, μέχρι το έμβρυο να μεγαλώσει αρκετά ώστε να φαίνεται στο υπερηχογράφημα. Στη συνέχεια η παρακολούθηση γίνεται αποκλειστικά υπερηχογραφικά.
Για να φανεί όμως στο διακολπικό υπερηχογράφημα η κύηση θα πρέπει οι τιμές της χοριακής να ξεπεράσουν τις 1000-1500 μονάδες, το οποίο συμπίπτει χονδρικά με 10 ημέρες καθυστέρησης στην περίοδο.
Σε γενικές γραμμές η εξωμήτριος κύηση παρουσιάζει χαμηλή αύξηση στις τιμές της χοριακής και σε περίπτωση υποψίας εξωμητρίου κυήσεως, η παρακολούθηση είναι στενή με συχνές μετρήσεις της χοριακής και συχνά υπερηχογραφήματα, μέχρι να επιβεβαιωθεί η θέση του κυήματος.


