Παγκοσμίως, ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ο έβδομος πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες με μεγαλύτερη επίπτωση στις ανεπτυγμένες χώρες.
Η πιθανότητα μιας γυναίκας να εμφανίσει καρκίνο ωοθηκών κατά τη διάρκεια της ζωής της, υπολογίζεται κάτω από 2%, με τις περισσότερες περιπτώσεις να διαγιγνώσκονται στην ηλικία των 50-59 χρόνων.
Δυστυχώς, η διάγνωση συνήθως γίνεται σε προχωρημένα στάδια, καθώς τα συμπτώματα αργούν να παρουσιαστούν. Σε πρώιμο στάδιο όμως, η επιβίωση με την κατάλληλη θεραπεία, ξεπερνά το 90% στα πέντε χρόνια.
Στάδιο 1, ο καρκίνος περιορίζεται σε 1 ή 2 ωοθήκες ή τις σάλπιγγες και δεν έχει επεκταθεί σε άλλα όργανα.
Στάδιο 2, ο καρκίνος εκτός από τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες, έχει επεκταθεί και σε άλλα όργανα μέσα στην πύελο.
Στάδιο 3, ο καρκίνος εκτός από τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες, έχει επεκταθεί κσια σε άλλα όργανα, εκτός πυέλου, ή/και στους λεμφαδένες, ή/και στην επιφάνεια του ήπατος.
Στάδιο 4, ο καρκίνος έχει επεκταθεί σε μακρινά μέρη του σώματος, όπως το εσωτερικό του ήπατος, τους πνεύμονες.
Στο στάδιο 1, το προσδόκιμο είναι γύρω στο 90% στα 5 χρόνια μετά τη διάγνωση.
Στο στάδιο 2, στο 71%.
Στο στάδιο 3, στο 41%.
Στο στάδιο 4, στο 20%.
Αυτά είναι μη ειδικά και μπορούν να περάσουν απαρατήρητα από τη γυναίκα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αίσθημα κοιλιακής πληρότητας και κορεσμού, μετεωρισμός (πρήξιμο), πόνοι στην κοιλιά, συχνουρία, απώλεια όρεξης, είναι μερικά από αυτά.
Τις περισσότερες φορές, η διάγνωση γίνεται τυχαία, μετά από κάποια εξέταση ή γυναικολογικό υπερηχογράφημα και την ανακάλυψη ενός μορφώματος στην κοιλιακή χώρα.
Δεν διαθέτουμε ακόμα κάποια αξιόπιστη μέθοδο πρόληψης του καρκίνου της ωοθήκης που να εφαρμόζεται συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, όπως γίνεται για παράδειγμα με το τεστ Παπ και τον καρκίνο του τραχήλου (Σημειωτέον ότι το τεστ Παπ είναι εξέταση που δεν καλύπτει τις ωοθήκες, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα κι αν το τεστ Παπ είναι φυσιολογικό, δεν αποκλείει την ύπαρξη μιας κακοήθειας στις ωοθήκες).
Οι μόνες εξετάσεις που μπορούν να μας δώσουν κάποιες ενδείξεις (οι οποίες και εφαρμόζονται επί υποψίας κακοήθειας), είναι το υπερηχογράφημα και η μέτρηση στο αίμα του δείκτη CA-125.
Παρόλ’αυτά, μελέτες δείχνουν, ότι αυτές οι εξετάσεις δεν μειώνουν τα ποσοστά θνησιμότητας γενικά, αλλά ίσως να έχουν ένα όφελος στην ανίχνευση γυναικών με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών, όπως η κληρονομικότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το CA-125 είναι αυξημένο στο αίμα στο 50% των γυναικών με κακοήθεια σε πρώιμο στάδιο, αλλά μπορεί επίσης να αυξηθεί και σε άλλες καλοήθεις γυναικολογικές παθήσεις όπως η ενδομητρίωση.
Εν συνεχεία και επί υποψίας καρκίνου των ωοθηκών, περαιτέρω εξετάσεις μπορούν να παραγματοποιηθούν, όπως η μαγνητική τομογραφία, η αξονική τομογραφία και το pet-scan.
Όπως προαναφέραμε, η κληρονομικότητα είναι ισχυρός παράγων κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών.
Τα τελευταία χρόνια, με την έντονη δημοσιότητα έχει δημιουργηθει η εντύπωση ότι με τις κατάλληλες γονιδιακές εξετάσεις μπορούμε να προβλέψουμε όλες τις περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών.Όμως η κληρονομικότητα είναι υπεύθυνη μόνο για το 5 με 10% του συνόλου των καρκίνων των ωοθηκών, ενώ οι εξετάσεις αυτές είναι πολύπλοκες, χρονοβόρες, ψυχοφθόρες και κοστίζουν πολύ.
Γι’αυτό το λόγο, το ιστορικό της γυναίκας είναι αυτό που θα καθορίσει τη διεξαγωγή αυτών των εξετάσεων στη γυναίκα αλλά και στο κοντινό περιβάλλον.
Το συχνότερο πρόβλημα απαντάται στον πληθυσμό με μετάλλαξη των γονιδίων BRCA-1 και BRCA-2, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 0.25% του γενικού ευρωπαϊκού πληθυσμού.
Γενικά προτείνεται ο γονιδιακός έλεγχος και καλύπτεται από τον ΕΟΠΥΥ σε:
Εάν δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου του πάσχοντος μέλους, τότε μπορεί να γίνει ο ακόλουθος έλεγχος εφόσον έχετε:
Πιο αναλυτικά, οι φορείς της μετάλλαξης BRCA-1 έχουν σωρευτικό κίνδυνο μέχρι την ηλικία των 70 χρονών:
Για τους φορείς της μετάλλαξης BRCA-2 τα ποσοστά σωρευτικού κινδύνου μέχρι την ηλικία των 70 χρονών είναι:
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη παρακολούθηση σε γυναίκες που είναι φορείς αυτών των μεταλλάξεων, όσον αφορά στις ωοθήκες είναι 2 φορές το χρόνο κλινική εξέταση από το γυναικολόγο, υπερηχογραφικός έλεγχος και μέτρηση του CA-125 στο αίμα, αρχίζοντας από την ηλικία των 30 χρονών ή 5 με 10 χρόνια νωρίτερα από την ηλικία εκδήλωσης του καρκίνου ωοθήκης σε μέλος της οικογένειας. Επίσης προτείνεται χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών μετά τα 35-40 χρόνια ή μετά την ολοκλήρωση του οικογενειακού προγραμματισμού.
Λιγότερο συχνή επίπτωση στο γενικό πλυθυσμό έχει το σύνδρομο Lynch, ένα κληρονομικό σύνδρομο που συνδυάζει διαφόρους τύπους καρκίνου σε νεαρότερη ηλικία, όπως καρκίνος του παχέος εντέρου, του ενδομητρίου, των ωοθηκών, του ουροποιητικού συστήματος.
Η θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών είναι κυρίως χειρουργική και είναι αυτή που καθορίζει το προσδόκιμο ζωής, όσο πιο έγκαιρη και εκτεταμένη είναι τόσο καλύτερα.
Αποτελείται από την ολική αφαίρεση της μήτρας, των ωοθηκών και των σαλπίγγων, του επιπλόου καθώς και κάθε άλλης μεταστατικής ορατής βλάβης, μέχρι και μέρους του εντέρου αν χρειαστεί.
Πρόκειται για μεγάλες επεμβάσεις οι οποίες γίνεται συνήθως με την ανοικτή μέθοδο (μέση τομή).
Μετά το χειρουργείο και ανάλογα τα αποτελέσματα της ιστολογικής, θα αποφασιστεί αν η ασθενής θα χρειαστεί να λάβει κάποιο σχήμα χημειοθεραπείας.
Σε προχωρημένα στάδια της νόσου, προτιμάται σχήμα χημειοθεραπείας πριν το χειρουργείο, ώστε να μειωθεί η νόσος και να βελτιστοποιηθεί η χειρουργική επέμβαση.
Σε νέες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, υπάρχει η δυνατότητα διατήρησης της μήτρας και εάν οι συνθήκες και το στάδιο της νόσου το επιτρέπουν, η επίτευξη μιας εγκυμοσύνης.
Όπως σε κάθε ογκολογικό περιστατικό η βέλτιστη θεραπεία εξατομικεύεται και προκύπτει από ομάδα ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων.
Ιδιαίτερη κατάσταση αποτελούν οι οριακής κακοήθειας όγκοι της ωοθήκης, οι οποίοι όπως το λέει και η λέξη βρίσκονται στο μεταίχμιο καλοήθειας και κακοήθειας.
Αυτοί οι όγκοι μπορούν να εμφανιστούν και σε νεότερες ηλικίες, η διάγνωση δεν είναι πάντα εύκολη αλλά σε γενικές γραμμές έχουν πολύ καλή πρόγνωση με διατήρηση της δυνατότητας εγκυμοσύνης.