Η λαπαροσκόπηση είναι μια χειρουργική μέθοδος η οποία έχει φέρει επανάσταση στη χειρουργική αντιμετώπιση της γυναικολογικής παθολογίας και όχι μόνο.
Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδο, με την οποία σχεδόν όλες πλέον οι γυναικολογικές επεμβάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν, από εξειδικευμένους γυναικολόγους, αποφεύγοντας να «ανοίξουμε» την κοιλιά.
Τα βασικά πλεονεκτήματα έναντι της κλασσικής «ανοικτής» χειρουργικής είναι η μείωση της νοσηρότητας, η λιγότερη απώλεια αίματος, η γρηγορότερη ανάρρωση, ο λιγότερος μετεγχειρητικός πόνος, το μικρότερο ποσοστό επιμολύνσεων του χειρουργικού τραύματος, το μικρότερο ποσοστό μετεγχειρητικών συμφύσεων, το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα.
Οι πιο συνηθισμένες επεμβάσεις στη γυναικολογία είναι:
Τις περισσότερες φορές (εξαρτάται από την πολυπλοκότητα του χειρουργείου), 4 οπές στην κοιλιά αρκούν για να γίνει το χειρουργείο. Μία στον ομφαλό των 10 χιλιοστών και τρεις χαμηλότερα, λίγο πιο ψηλά από το εφηβαίο, των 5 χιλιοστών η καθεμία.
Η κοιλιά «φουσκώνεται» από τον ομφαλό με αέρα (δοξείδιο του άνθρακα) και με μια ειδικά διαμορφωμένη κάμερα, μπορούμε να δούμε σε μια οθόνη το εσωτερικό της.
Στη συνέχεια με ειδικά επίσης εργαλεία μπορούμε να αναπαράγουμε όλες τις κινήσεις που θα κάναμε σε ένα «ανοικτό» χειρουργείο. Στο τέλος της επέμβασης «ξεφουσκώνουμε» την κοιλιά από τον αέρα και αποσύρουμε τα εργαλεία.
Η όλη διαδικασία γίνεται υπό γενική αναισθησία ενώ απαιτεί ειδικά διαμορφωμένο χώρο και εκπαιδευμένο νοσηλευτικό προσωπικό.
Μετεξέλιξη της λαπαροσκοπικής χειρουργικής είναι και η ρομποτική, η οποία προσφέρει μεγαλύτερη άνεση στις κινήσεις του χειρουργού, με αντίτιμο όμως το υψηλό κόστος.
Μετά από ένα λαπαροσκοπικό χειρουργείο, η ασθενής έχει τη δυνατότητα την ίδια κιόλας μέρα να σηκωθεί από το κρεβάτι, να φάει ελαφρά, ενώ τις περισσότερες φορές παίρνει εξιτήριο την επομένη του χειρουργείου.
Μια συνηθισμένη ενόχληση μετεγχειρητικά, όχι όμως συστηματικά, είναι οι ελαφρείς πόνοι στους ώμους και μια αίσθηση φουσκώματος, πληρότητας ή βάρους στην κοιλιά. Αυτό οφείλεται στο διοξείδιο του άνθρακα που χρησιμοποιούμε για να «φουσκώσουμε» την κοιλιά, είναι άνευ σημασίας και συνήθως δεν διαρκεί πάνω από 24-48 ώρες, καθώς τόσος είναι ο χρόνος που απαιτείται για να απορροφηθεί από τον οργανισμό.
Σε γενικές γραμμές μετά από μία λαπαροσκόπηση, η ασθενής μπορεί να επανέλθει στην καθημερινότητά της χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μετά 48 ώρες. Η σίτιση είναι ελεύθερη, ενώ απλά παυσίπονα από το στόμα είναι αρκετά σε περίπτωση πόνου.
Τα τραύματα στο δέρμα είναι πολύ μικρά (5-10 χιλιοστά) και ο κίνδυνος να ανοίξουν με τις κινήσεις είναι αμελητέος.
Οι σεξουαλικές επαφές επιτρέπονται γενικά μετά 10 ημέρες εκτός αν ο θεράπων ιατρός έχει υποδείξει αλλιώς (6-8 εβδομάδες μετά σε περίπτωση ολικής υστερεκτομής).
Όσον αφορά την περίοδο, δεν επηρεάζεται από την τεχνική της επέμβασης αλλά από το είδος της επέμβασης που πραγματοποιείται, όπως για παράδειγμα μια αφαίρεση κύστης ωοθήκης. Σε κάθε περίπτωση όμως η περίοδος επανέρχεται κανονικά (εκτός βέβαια από το ενδεχόμενο αφαίρεσης της μήτρας) και η γυναίκα μπορεί γρήγορα να ξεκινήσει προσπάθειες για εγκυμοσύνη. Σε περίπτωση όμως λαπαροσκοπικής εκπυρήνισης (αφαίρεση) ινομύωμάτων, ο χρόνος επούλωσης είναι μεγαλύτερος και η ασθενής θα πρέπει να ακολουθήσει τις οδηγίες του γυναικολόγου για το πότε μπορεί να αρχίσει τις προσπάθειες για εγκυμοσύνη.
Το βάρος της ασθενούς σε καμμία περίπτωση δεν επηρεάζεται μετά τη λαπαροσκόπηση.
Η λαπαροσκόπηση είναι μια σύγχρονη και ασφαλής χειρουργική μέθοδος που δεν θα πρέπει να φοβίζει αν εφαρμόζεται από εξειδικευμένους γυναικολόγους.
Συνδυάζει τα ίδια καλά χειρουργικά αποτελέσματα (ίσως και καλύτερα σε ορισμένες περιπτώσεις) με ασύγκριτα καλύτερη μετεγχειρητική πορεία σε σχέση με το «ανοικτό» χειρουργείο.
