H υστερεκτομή είναι η χειρουργική αφαίρεση της μήτρας της γυναίκας.
Είναι η κατ’εξοχήν χειρουργική επέμβαση του γυναικολόγου και πραγματοποιείται για διάφορες παθολογίες της γυναίκας.
Αναλόγως το είδος της υστερεκτομής, μιλάμε για:
Έτσι τα είδη υστερεκτομής προσαρμόζονται σε κάθε παθολογία για την οποία θέτει ένδειξη χειρουργικής επέμβασης ο θεράπων γυναικολόγος.
Οι ενδείξεις μπορεί να είναι:
Μετά την επέμβαση, με τα κατάλληλα παυσίπονα τις πρώτες ημέρες οι πόνοι είναι απολύτως διαχειρίσιμοι και δεν εμποδίζουν την καθημερινότητα της ασθενούς. Σε αυτό συμβάλλει και η μέθοδος με την οποία έγινε η επέμβαση (πχ με την λαπαροσκόπηση οι πόνοι είναι αμελητέοι σε σχέση με την ανοικτή μέθοδο).
Κάτι που απασχολεί και συχνά αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στο να αποφασίσει η γυναίκα να χειρουργηθεί, είναι ο φόβος της μετέπειτα σεξουαλικής ζωής της.
Πρέπει να διευκρινιστεί, ότι η υστερεκτομή σαν επέμβαση δεν επηρεάζει τη σεξουαλική δραστηριότητα, αφού παρέλθει βεβαίως το απαραίτητο μετεγχειρητικό διάστημα της επούλωσης του εσωτερικού τραύματος.
Επίσης, η διατήρηση ή όχι του τραχήλου της μήτρας δεν παίζει ρόλο στη σεξουαλική δραστηριότητα, είτε για την ίδια είτε για το σύντροφό της. Αντίθετα, η γυναίκα απαλλαγμένη από τα προβλήματα που την ταλαιπωρούσαν προ του χειρουργείου, μπορεί πλέον να ζήσει μια φυσιολογική σεξουαλική ζωή.
Η υστερεκτομή μπορεί να γίνει με τρεις διαφορετικές μεθόδους, υπό γενική αναισθησία.
Κάθε μέθοδος εφαρμόζεται αναλόγως την υποκείμενη παθολογία σε συνεννόηση πάντα με τις επιθυμίες της ασθενούς.
Γενικά όταν η μήτρα έχει πολύ μεγάλες διαστάσεις εφαρμόζουμε την ανοικτή μέθοδο ενώ όπου μπορούμε, προτιμούμε την λαπαροσκοπική μέθοδο, αφού προσφέρει σχεδόν ανώδυνη και πολύ γρήγορη ανάρρωση με πολύ καλά αισθητικά αποτελέσματα. Επιπλέον με την λαπαροσκόπική υστερεκτομή μπορούμε να δούμε και να εξετάσουμε όλη την κοιλιακή χώρα και να κάνουμε ολική υστερεκτομή (αφαίρεση τραχήλου και μήτρας), μερική υστερεκτομή (υφολική υστερεκτομή, δηλαδή διατήρηση του τραχήλου) καθώς και να επέμβουμε σε άλλα σημεία της κοιλιάς εάν αυτό χρειαστεί, όπως για παράδειγμα οι σάλπιγγες και οι ωοθήκες ή ακόμα και η σκωληκοειδής απόφυση.
Η κολπική υστερεκτομή παρουσιάζει άριστα μετεγχειρητικά αποτελέσματα αλλά υστερεί στο γεγονός ότι με αυτην την μέθοδο δεν έλεγχουμε την κοιλιακή χώρα κατά τη διάρκεια της επέμβασης και επιπλέον δεν γίνεται σε περιπτώσεις κακοήθειας.
Μετά από μία επέμβαση υστερεκτομής, ανεξαρτήτως μεθόδου, εάν αφαιρείται και ο τράχηλος (ολική υστερεκτομή), ο κόλπος ράβεται με ράμματα που απορροφώνται από μόνα τους μετά από πολλές ημέρες. Στο διάστημα αυτό η επούλωση εσωτερικά έχει γίνει και δεν υπάρχει κίνδυνος να ανοίξει το τραύμα.
Σε γενικές γραμμές συστήνουμε την αποχή από την σεξουαλική επαφή για 6-8 εβδομάδες μετά την επέμβαση.
Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, λόγω τοπικής μόλυνσης ή λόγω πρόωρης επαφής, τα ράμματα μπορεί να ανοίξουν και να εκδηλωθεί αιμορραγία από τον κόλπο. Συνήθως είναι μικρής έντασης αλλά σε κάθε περίπτωση χρειάζεται εκτίμηση από τον θεράποντα γυναικολόγο.
Τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση όμως η παρουσία αίματος είναι φυσιολογική αφού πρόκειται για υπολείμματα τα οποία αποβάλλονται από τον οργανισμό και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Το πρήξιμο μετά από υστερεκτομή μπορεί να εμφανιστεί και να διαρκέσει μερικές ημέρες. Συνήθως πρόκειται για το γεγονός ότι τα έντερα λόγω της επέμβασης δεν έχουν επανέλθει στη φυσιολογική τους λειτουργία με συνέπεια να συσσωρεύονται αέρια και κόπρανα εσωτερικά και να προκαλείται μια αίσθηση βάρους και πρηξίματος. Είναι πιο συχνό σε περίπτωση ανοικτού χειρουργείου και πολύ λιγότερο έως και καθόλου σε περίπτωση λαπαροσκοπικής υστερεκτομής ή κολπικής υστερεκτομής. Συνήθως μετά από 2-3 ημέρες το έντερο αρχίζει να «δουλεύει» και φεύγει το πρήξιμο.
Στη γρήγορη αποκατάσταση του πρηξίματος συμβάλλει η λαπαροσκοπική και κολπική μέθοδος αφού η ασθενής κινητοποιείται πολύ πιο γρήγορα μετά την επέμβαση λόγω των μειωμένων μετεγχειρητικών πόνων. Εάν το έντερο δεν λειτουργήσει μετά από 3 ημέρες, τότε υπάρχει κίνδυνος ειλεού και θα πρέπει να εκτιμηθεί η κατάσταση από τον θεράποντα γυναικολόγο.
Σε κάποιες περιπτώσεις λαπαροσκοπικής υστερεκτομής, μπορεί να εμφανιστεί πρήξιμο στην κοιλιά και πόνος στους ώμους, τα οποία οφείλονται στο διοξείδιο του άνθρακα που υπάρχει μετά την επέμβαση μέσα στην κοιλιά. Πρόκειται για ένα αθώο σύμπτωμα το οποίο υποχωρεί μετά από 24-48 ώρες, όταν απορροφηθεί το διοξείδιο του άνθρακα από τον οργανισμό.